αστικό
•
- κατά παράλειψη της λέξης λεωφορείοτο λεωφορείο που εξυπηρετεί τις μετακινήσεις μέσα στην πόλη (άστυ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστικό < αστικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική urbain) < αρχαία ελληνική ἀστικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →