αστικό κέντρο
•
- χωρικά και λειτουργικά συγκροτημένη περιοχή με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, όπου συγκεντρώνονται διοικητικές, οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες ευρύτερης εμβέλειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστικό κέντρο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀστικὸν κέντρον < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centre urbain.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστικό κέντρο | αστικά κέντρα |
| Γενική | αστικού κέντρου | αστικών κέντρων |
| Αιτιατική | αστικό κέντρο | αστικά κέντρα |
| Κλητική | αστικό κέντρο | αστικά κέντρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →