Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η συγκέντρωση του πληθυσμού σε αστικά κέντρα και ο τρόπος ζωής σε αυτά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο σύνολο των συνεπειών που αυτός ο τρόπος διαβίωσης συνεπάγεται Βικιλεξικό
  3. η ιδεολογία της αστικής τάξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική urbanisme

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστισμόςαστισμοί
Γενικήαστισμούαστισμών
Αιτιατικήαστισμόαστισμούς
Κλητικήαστισμέαστισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →