αστισμός
•
- η συγκέντρωση του πληθυσμού σε αστικά κέντρα και ο τρόπος ζωής σε αυτά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο σύνολο των συνεπειών που αυτός ο τρόπος διαβίωσης συνεπάγεται Βικιλεξικό
- η ιδεολογία της αστικής τάξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική urbanisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστισμός | αστισμοί |
| Γενική | αστισμού | αστισμών |
| Αιτιατική | αστισμό | αστισμούς |
| Κλητική | αστισμέ | αστισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →