αστοχώ
•
- κυριολεκτικάδεν πετυχαίνω τον στόχο μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποτυγχάνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποξεχνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστοχώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀστοχῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αστοχώ | αστοχείς | αστοχεί | αστοχούμε | αστοχείτε | αστοχούν / αστοχούνε |
| Παρατατικός | αστοχούσα | αστοχούσες | αστοχούσε | αστοχούσαμε | αστοχούσατε | αστοχούσαν / αστοχούσανε |
| Αόριστος | αστόχησα | αστόχησες | αστόχησε | αστοχήσαμε | αστοχήσατε | αστοχήσαν / αστοχήσανε / αστόχησαν |
| Μέλλοντας | θα αστοχήσω / θα αστοχώ | θα αστοχήσεις / θα αστοχείς | θα αστοχήσει / θα αστοχεί | θα αστοχήσουμε / θα αστοχούμε | θα αστοχήσετε / θα αστοχείτε | θα αστοχήσουν / θα αστοχήσουνε / θα αστοχούν / θα αστοχούνε |
| Παρακείμενος | έχω αστοχήσει | έχεις αστοχήσει | έχει αστοχήσει | έχουμε αστοχήσει | έχετε αστοχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αστοχήσει | είχες αστοχήσει | είχε αστοχήσει | είχαμε αστοχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αστοχήσει / να αστοχήσω / να αστοχώ | να έχεις αστοχήσει / να αστοχήσεις / να αστοχείς | να έχει αστοχήσει / να αστοχήσει / να αστοχεί | να έχουμε αστοχήσει / να αστοχήσουμε / να αστοχούμε | να έχετε αστοχήσει / να αστοχήσετε / να αστοχείτε | να αστοχήσουν / να αστοχήσουνε / να αστοχούν / να αστοχούνε |
| Προστακτική | — | αστόχει / αστόχησε | — | — | αστοχήστε / αστοχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →