αστράβη
•
- ναυπηγικός όροςδοκάρι ή στήριγμα ανάμεσα στις εγκάρσιες δοκούς ενός πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστράβη < αρχαία ελληνική ἀστράβη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστράβη | αστράβες |
| Γενική | αστράβης | αστραβών |
| Αιτιατική | αστράβη | αστράβες |
| Κλητική | αστράβη | αστράβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →