αστράγαλος
•
- ανατομίατο μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα Βικιλεξικό
- ανθρώπινο σώματο αντίστοιχο τμήμα του ποδιού Βικιλεξικό
- Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
- φυτό: θάμνος που ανήκει στο ταξινομικό γένος Astragalus, που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων Βικιλεξικό
- το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο
- το συμπλήρωμα διατροφής βασισμένο στον αστράγαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστράγαλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀστράγαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστράγαλος | αστράγαλοι |
| Γενική | αστράγαλου / αστραγάλου | αστραγάλων |
| Αιτιατική | αστράγαλο | αστράγαλους / αστραγάλους |
| Κλητική | αστράγαλε | αστράγαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →