Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστράκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτόλουλούδι του γένους Aster Βικιλεξικό
  2. ζυμαρικό μικρού μεγέθους σε σχήμα άστρου Βικιλεξικό
    • Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)

Ετυμολογία

αστράκι < υποκοριστικό του άστρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστράκιαστράκια
Γενική——
Αιτιατικήαστράκιαστράκια
Κλητικήαστράκιαστράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →