αστρακιά
•
- δημοτικήη οστρακιά Βικιλεξικό
- δημοτικήκοινή ονομασία για το φυτό Amelanchier ovalis subsp. cretica, Αρωνία, υποείδος η κρητική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστρακιά < αλλαγή του [o] > [a]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστρακιά | αστρακιές |
| Γενική | αστρακιάς | αστρακιών |
| Αιτιατική | αστρακιά | αστρακιές |
| Κλητική | αστρακιά | αστρακιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →