αστράφτω
•
- λαμποκοπώ, εκπέμπω λάμψη Βικιλεξικό
- ρίχνω αστραπές Βικιλεξικό
- Ο ουρανός άστραφτε πολύ την ώρα τής καταιγίδας.
Ετυμολογία
αστράφτω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστράφτω < αρχαία ελληνική ἀστράπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αστράφτω | αστράφτεις | αστράφτει | αστράφτουμε | αστράφτετε | αστράφτουν / αστράφτουνε |
| Παρατατικός | άστραφτα | άστραφτες | άστραφτε | αστράφταμε | αστράφτατε | άστραφταν / αστράφταν / αστράφτανε |
| Αόριστος | άστραψα | άστραψες | άστραψε | αστράψαμε | αστράψατε | άστραψαν / αστράψαν / αστράψανε |
| Μέλλοντας | θα αστράφτω / θα αστράψω | θα αστράφτεις / θα αστράψεις | θα αστράφτει / θα αστράψει | θα αστράφτουμε / θα αστράψουμε | θα αστράφτετε / θα αστράψετε | θα αστράφτουν / θα αστράφτουνε / θα αστράψουν / θα αστράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αστράψει | έχεις αστράψει | έχει αστράψει | έχουμε αστράψει | έχετε αστράψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αστράψει | είχες αστράψει | είχε αστράψει | είχαμε αστράψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αστράψει / να αστράφτω / να αστράψω | να έχεις αστράψει / να αστράφτεις / να αστράψεις | να έχει αστράψει / να αστράφτει / να αστράψει | να έχουμε αστράψει / να αστράφτουμε / να αστράψουμε | να έχετε αστράψει / να αστράφτετε / να αστράψετε | να αστράφτουν / να αστράφτουνε / να αστράψουν / να αστράψουνε |
| Προστακτική | — | άστραφτε / άστραψε | — | — | αστράφτετε / αστράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →