αστρέχα
•
- ιδιωματικότο γείσο μιας στέγης Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο κενό διάστημα ανάμεσα στη στέγη και το πάνω μέρος ενός τοίχου Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη υδρορρόη της στέγης Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο ράφι Βικιλεξικό
- ιδιωματικόγια περισσότερες σημασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστρέχα < α- προτακτικό. Kατά τον γερμανό γλωσσολόγο Gustav Meyer (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης стреха < πρωτοσλαβική *strěxa :* Κατ' άλλη άποψη, συνδέεται με το αρχαία ελληνική ὄστρακον (δείτε τη μορφή αστρακιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστρέχα | αστρέχες |
| Γενική | αστρέχας | — |
| Αιτιατική | αστρέχα | αστρέχες |
| Κλητική | αστρέχα | αστρέχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →