Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστραποβολώ

ρήμα
•
  1. μετεωρολογίαρίχνω αστραπές ή κεραυνούς Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάλαμποκοπώ Βικιλεξικό
    • Και καθώς εχτυπούσεν ο ήλιος έβλεπες τις στεριές να χύνουν χίλιων λογιών χρώματα και τις καμαρωτές φρεγάδες ν' αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)

Ετυμολογία

αστραποβολώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστραπηβολῶ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →