Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστραπόβροντο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μετεωρολογίατο φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο αστράφτει και βροντά Βικιλεξικό
    • Χτες το βράδυ περπατούσα μες στο αστραπόβροντο και αρρώστησα.

Ετυμολογία

αστραπόβροντο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστραπόβροντο < αστραπή + -ο- + βροντή + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστραπόβροντοαστραπόβροντα
Γενικήαστραπόβροντουαστραπόβροντων
Αιτιατικήαστραπόβροντοαστραπόβροντα
Κλητικήαστραπόβροντοαστραπόβροντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →