αστρατολόγητος
•
- που δε στρατολογήθηκε, αστράτευτος Βικιλεξικό
- ο γιος μου είναι ακόμα αστρατολόγητος, γιατί σπουδάζει
Ετυμολογία
αστρατολόγητος < α- στερητικό + στρατολογώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστρατολόγητος | αστρατολόγητη | αστρατολόγητο |
| Γενική | αστρατολόγητου | αστρατολόγητης | αστρατολόγητου |
| Αιτιατική | αστρατολόγητο | αστρατολόγητη | αστρατολόγητο |
| Κλητική | αστρατολόγητε | αστρατολόγητη | αστρατολόγητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστρατολόγητοι | αστρατολόγητες | αστρατολόγητα |
| Γενική | αστρατολόγητων | αστρατολόγητων | αστρατολόγητων |
| Αιτιατική | αστρατολόγητους | αστρατολόγητες | αστρατολόγητα |
| Κλητική | αστρατολόγητοι | αστρατολόγητες | αστρατολόγητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →