Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αστρολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστρολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστρολογικόςαστρολογικήαστρολογικό
Γενικήαστρολογικούαστρολογικήςαστρολογικού
Αιτιατικήαστρολογικόαστρολογικήαστρολογικό
Κλητικήαστρολογικέαστρολογικήαστρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστρολογικοίαστρολογικέςαστρολογικά
Γενικήαστρολογικώναστρολογικώναστρολογικών
Αιτιατικήαστρολογικούςαστρολογικέςαστρολογικά
Κλητικήαστρολογικοίαστρολογικέςαστρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →