Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστρονομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αστρονομία Βικιλεξικό
    • μία αστρονομική εφημερίδα περιέχει διάφορες αστρονομικές παρατηρήσεις
  2. υπέρμετρος Βικιλεξικό
    • μου ζήτησε όχι απλώς υπερβολική αλλά αστρονομική αμοιβη

Ετυμολογία

αστρονομικός < αρχαία ελληνική ἀστρονομικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστρονομικόςαστρονομικήαστρονομικό
Γενικήαστρονομικούαστρονομικήςαστρονομικού
Αιτιατικήαστρονομικόαστρονομικήαστρονομικό
Κλητικήαστρονομικέαστρονομικήαστρονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστρονομικοίαστρονομικέςαστρονομικά
Γενικήαστρονομικώναστρονομικώναστρονομικών
Αιτιατικήαστρονομικούςαστρονομικέςαστρονομικά
Κλητικήαστρονομικοίαστρονομικέςαστρονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →