Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστροπελέκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποκεραυνός Βικιλεξικό
    • Έτσι και στον Κοσμά. άμα ταξίδεψε, Θεέ μου, σα δέντρο που το χτύπησε αστροπελέκι ένιωθα. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 128)
    • Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)
  2. σκωπτικόαργόστροφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστροπελέκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστροπελέκι (< ἀστραποπελέκι με απλολογία ἀστραπο- > ἀστρο- ή με παρετυμολογία προς το ἀστρο-) < ἀστραπή + πελέκι (→ δείτε τη λέξη πέλεκυς)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστροπελέκιαστροπελέκια
Γενικήαστροπελεκιούαστροπελεκιών
Αιτιατικήαστροπελέκιαστροπελέκια
Κλητικήαστροπελέκιαστροπελέκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →