αστροφυσικός
•
- αστρονομίαεπιστήμονας ειδικευμένος στην αστροφυσική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστροφυσικός < αστροφυσ(ική) + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστροφυσικός | αστροφυσικοί |
| Γενική | αστροφυσικού | αστροφυσικών |
| Αιτιατική | αστροφυσικό | αστροφυσικούς |
| Κλητική | αστροφυσικέ | αστροφυσικοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →