Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστροφυσικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αστρονομίαεπιστήμονας ειδικευμένος στην αστροφυσική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστροφυσικός < αστροφυσ(ική) + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστροφυσικόςαστροφυσικοί
Γενικήαστροφυσικούαστροφυσικών
Αιτιατικήαστροφυσικόαστροφυσικούς
Κλητικήαστροφυσικέαστροφυσικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αστροφυσικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αστροφυσική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστροφυσικός < αστροφυσ(ική) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστροφυσικόςαστροφυσικήαστροφυσικό
Γενικήαστροφυσικούαστροφυσικήςαστροφυσικού
Αιτιατικήαστροφυσικόαστροφυσικήαστροφυσικό
Κλητικήαστροφυσικέαστροφυσικήαστροφυσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστροφυσικοίαστροφυσικέςαστροφυσικά
Γενικήαστροφυσικώναστροφυσικώναστροφυσικών
Αιτιατικήαστροφυσικούςαστροφυσικέςαστροφυσικά
Κλητικήαστροφυσικοίαστροφυσικέςαστροφυσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →