Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστυκτηνιατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αναφερόμενος στον αστυκτηνίατρο ή αυτός που γίνεται από αυτόν Βικιλεξικό
    • αστυκτηνιατρικός έλεγχος

Ετυμολογία

αστυκτηνιατρικός < αστυκτηνίατρος < άστυ + κτηνίατρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστυκτηνιατρικόςαστυκτηνιατρικήαστυκτηνιατρικό
Γενικήαστυκτηνιατρικούαστυκτηνιατρικήςαστυκτηνιατρικού
Αιτιατικήαστυκτηνιατρικόαστυκτηνιατρικήαστυκτηνιατρικό
Κλητικήαστυκτηνιατρικέαστυκτηνιατρικήαστυκτηνιατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστυκτηνιατρικοίαστυκτηνιατρικέςαστυκτηνιατρικά
Γενικήαστυκτηνιατρικώναστυκτηνιατρικώναστυκτηνιατρικών
Αιτιατικήαστυκτηνιατρικούςαστυκτηνιατρικέςαστυκτηνιατρικά
Κλητικήαστυκτηνιατρικοίαστυκτηνιατρικέςαστυκτηνιατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →