Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστυνομευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αστυνόμευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστυνομευτικός < αστυνομεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστυνομευτικόςαστυνομευτικήαστυνομευτικό
Γενικήαστυνομευτικούαστυνομευτικήςαστυνομευτικού
Αιτιατικήαστυνομευτικόαστυνομευτικήαστυνομευτικό
Κλητικήαστυνομευτικέαστυνομευτικήαστυνομευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστυνομευτικοίαστυνομευτικέςαστυνομευτικά
Γενικήαστυνομευτικώναστυνομευτικώναστυνομευτικών
Αιτιατικήαστυνομευτικούςαστυνομευτικέςαστυνομευτικά
Κλητικήαστυνομευτικοίαστυνομευτικέςαστυνομευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →