Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστυνομικός

/a.sti.no.miˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαάνδρας ή γυναίκα μέλος της αστυνομίας, ένστολος επιφορτισμένος με το έργο της τήρησης της τάξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστυνομικός < λόγιο ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου αστυνομικός, με λόγιο θηλυκό χωρίς διάκριση γένους.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστυνομική / αστυνομικός / αστυνομικόαστυνομικές / αστυνομικοί / αστυνομικά
Γενικήαστυνομικής / αστυνομικού / αστυνομικούαστυνομικών / αστυνομικών / αστυνομικών
Αιτιατικήαστυνομική / αστυνομικό / αστυνομικόαστυνομικές / αστυνομικούς / αστυνομικά
Κλητικήαστυνομική / αστυνομικέ / αστυνομικόαστυνομικές / αστυνομικοί / αστυνομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αστυνομικός

/a.sti.no.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αστυνομία Βικιλεξικό
    • αστυνομικό τμήμα

Ετυμολογία

αστυνομικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀστυνομικός (που ανήκει σε αστυνόμο).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστυνομικόςαστυνομικήαστυνομικό
Γενικήαστυνομικούαστυνομικήςαστυνομικού
Αιτιατικήαστυνομικόαστυνομικήαστυνομικό
Κλητικήαστυνομικέαστυνομικήαστυνομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστυνομικοίαστυνομικέςαστυνομικά
Γενικήαστυνομικώναστυνομικώναστυνομικών
Αιτιατικήαστυνομικούςαστυνομικέςαστυνομικά
Κλητικήαστυνομικοίαστυνομικέςαστυνομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →