Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστυφύλακας

/a.stiˈfi.la.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότεραο/η αστυνομικός Βικιλεξικό
  2. ειδικότερακατώτερο όργανο της αστυνομίας, κατώτερος από υπαρχιφύλακα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστυφύλακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀστυφύλαξ. Κατά τον Χαραλαμπάκη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sergent de ville. Μορφολογικά αναλύεται σε αστυ- + -φύλακας. Δείτε και το αστυφύλαξ.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστυφύλακαςαστυφύλακες
Γενικήαστυφύλακα / αστυφύλακοςαστυφυλάκων
Αιτιατικήαστυφύλακααστυφύλακες
Κλητικήαστυφύλακααστυφύλακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →