αστυφύλακας
•
- γενικότεραο/η αστυνομικός Βικιλεξικό
- ειδικότερακατώτερο όργανο της αστυνομίας, κατώτερος από υπαρχιφύλακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστυφύλακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀστυφύλαξ. Κατά τον Χαραλαμπάκη, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sergent de ville. Μορφολογικά αναλύεται σε αστυ- + -φύλακας. Δείτε και το αστυφύλαξ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστυφύλακας | αστυφύλακες |
| Γενική | αστυφύλακα / αστυφύλακος | αστυφυλάκων |
| Αιτιατική | αστυφύλακα | αστυφύλακες |
| Κλητική | αστυφύλακα | αστυφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →