αστυφύλαξ
•
- ο αστυφύλακας στην καθαρεύουσα, σε χρήση στα νέα ελληνικά… Βικιλεξικό
- Αμάν, κύριε αστυφύλαξ, μη με χώσεις στη στενή!
- ο αστυφύλακας στην καθαρεύουσα, σε χρήση στα νέα ελληνικά… Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστυφύλαξ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀστυφύλαξ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →