Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστυφύλαξ

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο αστυφύλακας στην καθαρεύουσα, σε χρήση στα νέα ελληνικά… Βικιλεξικό
    • Αμάν, κύριε αστυφύλαξ, μη με χώσεις στη στενή!
  2. ο αστυφύλακας στην καθαρεύουσα, σε χρήση στα νέα ελληνικά… Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστυφύλαξ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀστυφύλαξ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ἀστυφύλαξ

/a.stiˈfi.laks/ουσιαστικό
•
  1. ο αστυφύλακας Βικιλεξικό
    • Ὁ ἕτερος ἀστυφύλακας μέ τό αὐτόματο σταμάτησε στήν ἐξώθυρα ἕνα ζευγαράκι, μελανούρι ἡ λεγάμενη, καί ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τούς λέει ἐφόσον ἡ ταυτότητα δηλώνει ἄλλη διεύθυνση (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίηση αρχής: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 1979, σελ. 145)

Ετυμολογία

ἀστυφύλαξ (μαρτυρείται από το 1892) < αρχαία ελληνική ἄστυ, ἀστυ- + φύλαξ : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: αστυφύλαξ σε εκφράσεις & αστυφύλακας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →