Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυγκράτητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν αναχαιτίζεται, ακράτητος Βικιλεξικό
  2. που δε συγκρατείται Βικιλεξικό
    • ασυγκράτητο κλάμα

Ετυμολογία

ασυγκράτητος < α- στερητ. + συγκρατώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυγκράτητοςασυγκράτητηασυγκράτητο
Γενικήασυγκράτητουασυγκράτητηςασυγκράτητου
Αιτιατικήασυγκράτητοασυγκράτητηασυγκράτητο
Κλητικήασυγκράτητεασυγκράτητηασυγκράτητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυγκράτητοιασυγκράτητεςασυγκράτητα
Γενικήασυγκράτητωνασυγκράτητωνασυγκράτητων
Αιτιατικήασυγκράτητουςασυγκράτητεςασυγκράτητα
Κλητικήασυγκράτητοιασυγκράτητεςασυγκράτητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →