Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυγχρόνιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μτφαπροσάρμοστος στο ρεύμα τής εποχής του, οπισθοδρομικός Βικιλεξικό
  2. όχι συγχρονισμένος Βικιλεξικό
    • ασυγχρόνιστες κινήσεις

Ετυμολογία

ασυγχρόνιστος < α- στερητικό + συγχρονίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυγχρόνιστοςασυγχρόνιστηασυγχρόνιστο
Γενικήασυγχρόνιστουασυγχρόνιστηςασυγχρόνιστου
Αιτιατικήασυγχρόνιστοασυγχρόνιστηασυγχρόνιστο
Κλητικήασυγχρόνιστεασυγχρόνιστηασυγχρόνιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυγχρόνιστοιασυγχρόνιστεςασυγχρόνιστα
Γενικήασυγχρόνιστωνασυγχρόνιστωνασυγχρόνιστων
Αιτιατικήασυγχρόνιστουςασυγχρόνιστεςασυγχρόνιστα
Κλητικήασυγχρόνιστοιασυγχρόνιστεςασυγχρόνιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →