ασυλλογισιά
•
- αστοχασιά, απερισκεψία Βικιλεξικό
- η ασυλλογισιά μου στο παρελθόν με οδήγησε σε πολλά λάθη
- Αρχή ελευθερίας που αναγνωρίζει η ελληνική εμπειρία του Κόσμου από την αρχή της ιστορίας της, διατυπωμένη στον λόγο της, ακριβώς στο προοίμιο της Οδύσσειας, εκεί δηλαδή που προσδιορίζεται η κεντρική αρχή που διέπει την αφήγηση: «Ω, κρίμα αλήθεια, οι άνθρωποι με τους θεούς να τα ‘χουν, γιατί θαρρούν πως από μας οι συμφορές τους βρίσκουν, ενώ παθαίνουν μόνοι τους απ’ ασυλλογισιά τους, χωρίς να φταίει η μοίρα τους» (α, 32-34). Ο θάνατος του Αίγισθου είναι το αποτέλεσμα της ασυλλογισιάς του, προσβάλλοντας ένα όριο, την ηθική του όντος. (Οδυσσέας Ελληνιάδης, Άξονες ενός καταστατικού χάρτη δημοκρατικής πόλης, Φεβρουάριος – Απρίλιος 2025 https://www.antibaro.gr/article/38135)
Ετυμολογία
ασυλλογισιά < ασυλλόγιστος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυλλογισιά | ασυλλογισιές |
| Γενική | ασυλλογισιάς | ασυλλογισιών |
| Αιτιατική | ασυλλογισιά | ασυλλογισιές |
| Κλητική | ασυλλογισιά | ασυλλογισιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →