ασυλοποίηση
•
- μακρόχρονη παραμονή και ένταξη ατόμου σε κλειστό ίδρυμα, με τρόπο που περιορίζει την αυτονομία του και ενισχύει την εξάρτησή του από το πλαίσιο αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασυλοποίηση < άσυλο + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυλοποίηση | ασυλοποιήσεις |
| Γενική | ασυλοποίησης | ασυλοποιήσεων |
| Αιτιατική | ασυλοποίηση | ασυλοποιήσεις |
| Κλητική | ασυλοποίηση | ασυλοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →