Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυμπόνια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη έλλειψη συμπόνιας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυμπόνια < α- + συμπόνια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασυμπόνιαασυμπόνιες
Γενικήασυμπόνιας—
Αιτιατικήασυμπόνιαασυμπόνιες
Κλητικήασυμπόνιαασυμπόνιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ασυμπονιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη έλλειψη συμπόνιας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυμπονιά < α- + συμπόν(ια) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασυμπονιάασυμπονιές
Γενικήασυμπονιάςασυμπονιών
Αιτιατικήασυμπονιάασυμπονιές
Κλητικήασυμπονιάασυμπονιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →