Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνήθης

/a.siˈni.θis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ασυνήθιστος, σχετικά σπάνιος, ασύνηθος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνήθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσυνήθης < ἀ- στερητικό (α-) + συνήθης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνήθης—ασύνηθες
Γενικήασυνήθους—ασυνήθους
Αιτιατικήασυνήθη—ασύνηθες
Κλητικήασυνήθη—ασύνηθες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνήθεις—ασυνήθη
Γενικήασυνήθων—ασυνήθων
Αιτιατικήασυνήθεις—ασυνήθη
Κλητικήασυνήθεις—ασυνήθη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →