ασυναρτησία
•
- η έλλειψη λογικής σειράς και ειρμού Βικιλεξικό
- στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
- συνεκδοχικάο ακατανόητος λόγος, που δεν έχει λογική σειρά και ειρμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασυναρτησία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀσυναρτησία < α- (στερητικό) + συναρτώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυναρτησία | ασυναρτησίες |
| Γενική | ασυναρτησίας | ασυναρτησιών |
| Αιτιατική | ασυναρτησία | ασυναρτησίες |
| Κλητική | ασυναρτησία | ασυναρτησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →