Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνδικάλιστος

/a.sin.ðiˈka.li.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι οργανωμένος σε συνδικαλιστική οργάνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνδικάλιστος < α- στερητικό + συνδικαλισ- (συνδικαλίζω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνδικάλιστοςασυνδικάλιστηασυνδικάλιστο
Γενικήασυνδικάλιστουασυνδικάλιστηςασυνδικάλιστου
Αιτιατικήασυνδικάλιστοασυνδικάλιστηασυνδικάλιστο
Κλητικήασυνδικάλιστεασυνδικάλιστηασυνδικάλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνδικάλιστοιασυνδικάλιστεςασυνδικάλιστα
Γενικήασυνδικάλιστωνασυνδικάλιστωνασυνδικάλιστων
Αιτιατικήασυνδικάλιστουςασυνδικάλιστεςασυνδικάλιστα
Κλητικήασυνδικάλιστοιασυνδικάλιστεςασυνδικάλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →