ασυνειδησία
•
- ασυνείδητη πράξη, κακοήθεια Βικιλεξικό
- ψυχολαπώλεια τής συνείδησης Βικιλεξικό
- η ιδιότητα τού ασυνείδητου, ψυχική πώρωση Βικιλεξικό
- η ασυνειδησία του τον έκανε να διαπράξει δύο φόνους ψυχρά
Ετυμολογία
ασυνειδησία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυνειδησία | ασυνειδησίες |
| Γενική | ασυνειδησίας | ασυνειδησιών |
| Αιτιατική | ασυνειδησία | ασυνειδησίες |
| Κλητική | ασυνειδησία | ασυνειδησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →