Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνειδητοποίητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν είναι συνειδητοποιημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνειδητοποίητος < α- + συνειδητοποιώ + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνειδητοποίητοςασυνειδητοποίητηασυνειδητοποίητο
Γενικήασυνειδητοποίητουασυνειδητοποίητηςασυνειδητοποίητου
Αιτιατικήασυνειδητοποίητοασυνειδητοποίητηασυνειδητοποίητο
Κλητικήασυνειδητοποίητεασυνειδητοποίητηασυνειδητοποίητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνειδητοποίητοιασυνειδητοποίητεςασυνειδητοποίητα
Γενικήασυνειδητοποίητωνασυνειδητοποίητωνασυνειδητοποίητων
Αιτιατικήασυνειδητοποίητουςασυνειδητοποίητεςασυνειδητοποίητα
Κλητικήασυνειδητοποίητοιασυνειδητοποίητεςασυνειδητοποίητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →