Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνεχής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει συνέχεια, διακεκομμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνεχής < ελληνιστική κοινή ἀσυνεχής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική discontinu)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνεχήςασυνεχήςασυνεχές
Γενικήασυνεχούςασυνεχούςασυνεχούς
Αιτιατικήασυνεχήασυνεχήασυνεχές
Κλητικήασυνεχή / ασυνεχήςασυνεχήςασυνεχές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνεχείςασυνεχείςασυνεχή
Γενικήασυνεχώνασυνεχώνασυνεχών
Αιτιατικήασυνεχείςασυνεχείςασυνεχή
Κλητικήασυνεχείςασυνεχείςασυνεχή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →