Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυννέφιαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο χωρίς σύννεφα, ανέφελος, αίθριος, ξάστερος Βικιλεξικό
  2. μτφγαλήνιος, αδιατάραχος Βικιλεξικό
    • έζησε μια ζωή ασυννέφιαστη

Ετυμολογία

ασυννέφιαστος < α- στερητ. + συννεφιάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυννέφιαστοςασυννέφιαστηασυννέφιαστο
Γενικήασυννέφιαστουασυννέφιαστηςασυννέφιαστου
Αιτιατικήασυννέφιαστοασυννέφιαστηασυννέφιαστο
Κλητικήασυννέφιαστεασυννέφιαστηασυννέφιαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυννέφιαστοιασυννέφιαστεςασυννέφιαστα
Γενικήασυννέφιαστωνασυννέφιαστωνασυννέφιαστων
Αιτιατικήασυννέφιαστουςασυννέφιαστεςασυννέφιαστα
Κλητικήασυννέφιαστοιασυννέφιαστεςασυννέφιαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →