Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυντήρητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε συντηρείται ή δεν είναι δυνατό να συντηρηθεί Βικιλεξικό
    • αν το πτώμα μείνει για πολύ καιρό ασυντήρητο, θα αποσυντεθεί

Ετυμολογία

ασυντήρητος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυντήρητοςασυντήρητηασυντήρητο
Γενικήασυντήρητουασυντήρητηςασυντήρητου
Αιτιατικήασυντήρητοασυντήρητηασυντήρητο
Κλητικήασυντήρητεασυντήρητηασυντήρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυντήρητοιασυντήρητεςασυντήρητα
Γενικήασυντήρητωνασυντήρητωνασυντήρητων
Αιτιατικήασυντήρητουςασυντήρητεςασυντήρητα
Κλητικήασυντήρητοιασυντήρητεςασυντήρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →