ασυντήρητος
•
- που δε συντηρείται ή δεν είναι δυνατό να συντηρηθεί Βικιλεξικό
- αν το πτώμα μείνει για πολύ καιρό ασυντήρητο, θα αποσυντεθεί
Ετυμολογία
ασυντήρητος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυντήρητος | ασυντήρητη | ασυντήρητο |
| Γενική | ασυντήρητου | ασυντήρητης | ασυντήρητου |
| Αιτιατική | ασυντήρητο | ασυντήρητη | ασυντήρητο |
| Κλητική | ασυντήρητε | ασυντήρητη | ασυντήρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυντήρητοι | ασυντήρητες | ασυντήρητα |
| Γενική | ασυντήρητων | ασυντήρητων | ασυντήρητων |
| Αιτιατική | ασυντήρητους | ασυντήρητες | ασυντήρητα |
| Κλητική | ασυντήρητοι | ασυντήρητες | ασυντήρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →