ασυνόριστος
•
- συνώνυμο του ασύνορος, απεριόριστος, που δεν έχει σύνορο Βικιλεξικό
- ασυγκράτητος, αδέσμευτος, ανεξάρτητος που δεν έχει τέλος ή φραγμούς Βικιλεξικό
- ασυνόριστος χαραχτήρας
- άμετρος, υπερβολικός, που δεν έχει όριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασυνόριστος < α- στερητικό + *συνορίζω ως τύπος του συνορεύω, αοριστικό θέμα συνορισ- + -τος Διαφορετικής ετυμολογίας τα συνορίζομαι και ασυνόριστα.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυνόριστος | ασυνόριστη | ασυνόριστο |
| Γενική | ασυνόριστου | ασυνόριστης | ασυνόριστου |
| Αιτιατική | ασυνόριστο | ασυνόριστη | ασυνόριστο |
| Κλητική | ασυνόριστε | ασυνόριστη | ασυνόριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυνόριστοι | ασυνόριστες | ασυνόριστα |
| Γενική | ασυνόριστων | ασυνόριστων | ασυνόριστων |
| Αιτιατική | ασυνόριστους | ασυνόριστες | ασυνόριστα |
| Κλητική | ασυνόριστοι | ασυνόριστες | ασυνόριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →