Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνόριστος

/a.siˈno.ri.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνώνυμο του ασύνορος, απεριόριστος, που δεν έχει σύνορο Βικιλεξικό
  2. ασυγκράτητος, αδέσμευτος, ανεξάρτητος που δεν έχει τέλος ή φραγμούς Βικιλεξικό
    • ασυνόριστος χαραχτήρας
  3. άμετρος, υπερβολικός, που δεν έχει όριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνόριστος < α- στερητικό + *συνορίζω ως τύπος του συνορεύω, αοριστικό θέμα συνορισ- + -τος Διαφορετικής ετυμολογίας τα συνορίζομαι και ασυνόριστα.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνόριστοςασυνόριστηασυνόριστο
Γενικήασυνόριστουασυνόριστηςασυνόριστου
Αιτιατικήασυνόριστοασυνόριστηασυνόριστο
Κλητικήασυνόριστεασυνόριστηασυνόριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνόριστοιασυνόριστεςασυνόριστα
Γενικήασυνόριστωνασυνόριστωνασυνόριστων
Αιτιατικήασυνόριστουςασυνόριστεςασυνόριστα
Κλητικήασυνόριστοιασυνόριστεςασυνόριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →