Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυσκεύαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη συσκευασμένος, που δεν έχει πακεταριστεί Βικιλεξικό
    • ο διευθυντής παραγωγής προσέχει το πακετάρισμα των τροφών,για να μη μείνουν ασυσκεύαστες και χαλάσουν

Ετυμολογία

ασυσκεύαστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυσκεύαστοςασυσκεύαστηασυσκεύαστο
Γενικήασυσκεύαστουασυσκεύαστηςασυσκεύαστου
Αιτιατικήασυσκεύαστοασυσκεύαστηασυσκεύαστο
Κλητικήασυσκεύαστεασυσκεύαστηασυσκεύαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυσκεύαστοιασυσκεύαστεςασυσκεύαστα
Γενικήασυσκεύαστωνασυσκεύαστωνασυσκεύαστων
Αιτιατικήασυσκεύαστουςασυσκεύαστεςασυσκεύαστα
Κλητικήασυσκεύαστοιασυσκεύαστεςασυσκεύαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →