ασφαλίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ασφαλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασφαλίζομαι | ασφαλίζεσαι | ασφαλίζεται | ασφαλιζόμαστε | ασφαλίζεστε | ασφαλίζονται |
| Παρατατικός | ασφαλιζόμουν / ασφαλιζόμουνα | ασφαλιζόσουν / ασφαλιζόσουνα | ασφαλιζόταν / ασφαλιζότανε | ασφαλιζόμασταν / ασφαλιζόμαστε | ασφαλιζόσασταν / ασφαλιζόσαστε | ασφαλίζονταν / ασφαλιζόντουσαν |
| Αόριστος | ασφαλίστηκα | ασφαλίστηκες | ασφαλίστηκε | ασφαλιστήκαμε | ασφαλιστήκατε | ασφαλίστηκαν / ασφαλιστήκαν / ασφαλιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ασφαλίζομαι / θα ασφαλιστώ | θα ασφαλίζεσαι / θα ασφαλιστείς | θα ασφαλίζεται / θα ασφαλιστεί | θα ασφαλιζόμαστε / θα ασφαλιστούμε | θα ασφαλίζεστε / θα ασφαλιστείτε | θα ασφαλίζονται / θα ασφαλιστούν / θα ασφαλιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ασφαλιστεί | έχεις ασφαλιστεί | έχει ασφαλιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασφαλιστεί | είχες ασφαλιστεί | είχε ασφαλιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασφαλιστεί / να ασφαλίζομαι / να ασφαλιστώ | να έχεις ασφαλιστεί / να ασφαλίζεσαι / να ασφαλιστείς | να έχει ασφαλιστεί / να ασφαλίζεται / να ασφαλιστεί | να ασφαλιζόμαστε / να ασφαλιστούμε | να ασφαλίζεστε / να ασφαλιστείτε | να ασφαλίζονται / να ασφαλιστούν / να ασφαλιστούνε |
| Προστακτική | — | ασφαλίζου / ασφαλίσου | — | — | ασφαλίζεστε / ασφαλιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →