Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασφαλίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόο αστυνομικός που υπηρετούσε παλιότερα στην Ασφάλεια Βικιλεξικό
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

ασφαλίτης < Ασφάλεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασφαλίτηςασφαλίτες
Γενικήασφαλίτηασφαλιτών
Αιτιατικήασφαλίτηασφαλίτες
Κλητικήασφαλίτηασφαλίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →