ασφαλιστικός
•
- ο σχετικός με την ασφάλιση Βικιλεξικό
- Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)
- ο σχετικός με την ασφάλεια Βικιλεξικό
- είναι αδύνατο να σκουριάσει αυτή η ασφαλιστική δικλίδα
Ετυμολογία
ασφαλιστικός < ασφαλίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφαλιστικός | ασφαλιστική | ασφαλιστικό |
| Γενική | ασφαλιστικού | ασφαλιστικής | ασφαλιστικού |
| Αιτιατική | ασφαλιστικό | ασφαλιστική | ασφαλιστικό |
| Κλητική | ασφαλιστικέ | ασφαλιστική | ασφαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφαλιστικοί | ασφαλιστικές | ασφαλιστικά |
| Γενική | ασφαλιστικών | ασφαλιστικών | ασφαλιστικών |
| Αιτιατική | ασφαλιστικούς | ασφαλιστικές | ασφαλιστικά |
| Κλητική | ασφαλιστικοί | ασφαλιστικές | ασφαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →