Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασφαλτοτάπητας

/a.sfal.toˈta.pi.tas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επίσημοτάπητας, επίστρωση, από άσφαλτο Βικιλεξικό
    • Όπως κατ’ επανάληψη έχει επισημανθεί από τον υπουργό, ποσοστό της τάξης του 85% των νεοκατασκευασθέντων οδοστρωμάτων δεν έχει αντιολισθητικό ασφαλτοτάπητα. Επίσης το 90% του τμήματος Κορίνθου-Υλίκης παρουσιάζει προβλήματα ανωμαλίας του ασφαλτοτάπητα - «σαμαράκια» ­- λόγω σφάλματος στην πρώτη επίστρωση με μείγμα από μπετόν και χαλίκια.

Ετυμολογία

ασφαλτοτάπητας < καθαρεύουσα ἀσφαλτοτάπης. Μορφολογικά αναλύεται σε άσφαλτ(ος) + -ο- + τάπητας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασφαλτοτάπηταςασφαλτοτάπητες
Γενικήασφαλτοτάπηταασφαλτοταπήτων
Αιτιατικήασφαλτοτάπηταασφαλτοτάπητες
Κλητικήασφαλτοτάπηταασφαλτοτάπητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →