ασφαλτώνω
•
- ασφαλτοστρώνω, στρώνω με άσφαλτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασφαλτώνω < (ελληνιστική κοινή) ἀσφαλτῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασφαλτώνω | ασφαλτώνεις | ασφαλτώνει | ασφαλτώνουμε | ασφαλτώνετε | ασφαλτώνουν / ασφαλτώνουνε |
| Παρατατικός | ασφάλτωνα | ασφάλτωνες | ασφάλτωνε | ασφαλτώναμε | ασφαλτώνατε | ασφάλτωναν / ασφαλτώναν / ασφαλτώνανε |
| Αόριστος | ασφάλτωσα | ασφάλτωσες | ασφάλτωσε | ασφαλτώσαμε | ασφαλτώσατε | ασφάλτωσαν / ασφαλτώσαν / ασφαλτώσανε |
| Μέλλοντας | θα ασφαλτώνω / θα ασφαλτώσω | θα ασφαλτώνεις / θα ασφαλτώσεις | θα ασφαλτώνει / θα ασφαλτώσει | θα ασφαλτώνουμε / θα ασφαλτώσουμε | θα ασφαλτώνετε / θα ασφαλτώσετε | θα ασφαλτώνουν / θα ασφαλτώνουνε / θα ασφαλτώσουν / θα ασφαλτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασφαλτώσει | έχεις ασφαλτώσει | έχει ασφαλτώσει | έχουμε ασφαλτώσει | έχετε ασφαλτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασφαλτώσει | είχες ασφαλτώσει | είχε ασφαλτώσει | είχαμε ασφαλτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασφαλτώσει / να ασφαλτώνω / να ασφαλτώσω | να έχεις ασφαλτώσει / να ασφαλτώνεις / να ασφαλτώσεις | να έχει ασφαλτώσει / να ασφαλτώνει / να ασφαλτώσει | να έχουμε ασφαλτώσει / να ασφαλτώνουμε / να ασφαλτώσουμε | να έχετε ασφαλτώσει / να ασφαλτώνετε / να ασφαλτώσετε | να ασφαλτώνουν / να ασφαλτώνουνε / να ασφαλτώσουν / να ασφαλτώσουνε |
| Προστακτική | — | ασφάλτωνε / ασφάλτωσε | — | — | ασφαλτώνετε / ασφαλτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →