ασφοδίλι
•
- ποώδες φυτό που φυτρώνει σε πετρώδη εδάφη ή λιβάδια, σύμβολο τού πένθους στην αρχαιότητα, ο ασφόδελος, το ασφοδέλι Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη, (απόσπασμα), ※ @ebooks.edu.gr
Ετυμολογία
ασφοδίλι < ασφόδελος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφοδίλι | ασφοδίλια |
| Γενική | ασφοδιλιού | ασφοδιλιών |
| Αιτιατική | ασφοδίλι | ασφοδίλια |
| Κλητική | ασφοδίλι | ασφοδίλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →