ασχημίζω
•
- κάνω κάτι ή κάποιον δύσμορφο, ασχημαίνω Βικιλεξικό
- γίνομαι άσχημος, δύσμορφος Βικιλεξικό
- παρά τις επιθυμίες της, μετά την πλαστική επέμβαση, ασχήμισε περισσότερο
Ετυμολογία
ασχημίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασχημίζω | ασχημίζεις | ασχημίζει | ασχημίζουμε | ασχημίζετε | ασχημίζουν / ασχημίζουνε |
| Παρατατικός | ασχήμιζα | ασχήμιζες | ασχήμιζε | ασχημίζαμε | ασχημίζατε | ασχήμιζαν / ασχημίζαν / ασχημίζανε |
| Αόριστος | ασχήμισα | ασχήμισες | ασχήμισε | ασχημίσαμε | ασχημίσατε | ασχήμισαν / ασχημίσαν / ασχημίσανε |
| Μέλλοντας | θα ασχημίζω / θα ασχημίσω | θα ασχημίζεις / θα ασχημίσεις | θα ασχημίζει / θα ασχημίσει | θα ασχημίζουμε / θα ασχημίσουμε | θα ασχημίζετε / θα ασχημίσετε | θα ασχημίζουν / θα ασχημίζουνε / θα ασχημίσουν / θα ασχημίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασχημίσει | έχεις ασχημίσει | έχει ασχημίσει | έχουμε ασχημίσει | έχετε ασχημίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασχημίσει | είχες ασχημίσει | είχε ασχημίσει | είχαμε ασχημίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασχημίσει / να ασχημίζω / να ασχημίσω | να έχεις ασχημίσει / να ασχημίζεις / να ασχημίσεις | να έχει ασχημίσει / να ασχημίζει / να ασχημίσει | να έχουμε ασχημίσει / να ασχημίζουμε / να ασχημίσουμε | να έχετε ασχημίσει / να ασχημίζετε / να ασχημίσετε | να ασχημίζουν / να ασχημίζουνε / να ασχημίσουν / να ασχημίσουνε |
| Προστακτική | — | ασχήμιζε / ασχήμισε | — | — | ασχημίζετε / ασχημίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →