Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασχημομούρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολύ άσχημο πρόσωπο, άσχημη μούρη, που είναι εξαιρετικά άσχημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασχημομούρης < επίθετο άσχημος + ουσιαστικό μούρη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασχημομούρηςασχημομούραασχημομούρικο
Γενικήασχημομούρηασχημομούραςασχημομούρικου
Αιτιατικήασχημομούρηασχημομούραασχημομούρικο
Κλητικήασχημομούρηασχημομούραασχημομούρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασχημομούρηδεςασχημομούρεςασχημομούρικα
Γενικήασχημομούρηδων—ασχημομούρικων
Αιτιατικήασχημομούρηδεςασχημομούρεςασχημομούρικα
Κλητικήασχημομούρηδεςασχημομούρεςασχημομούρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →