Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασχημούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικά άσχημος Βικιλεξικό
  2. χαϊδευτικάο άσχημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασχημούλης < άσχημ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασχημούληςασχημούλαασχημούλικο
Γενικήασχημούληασχημούλαςασχημούλικου
Αιτιατικήασχημούληασχημούλαασχημούλικο
Κλητικήασχημούληασχημούλαασχημούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασχημούληδεςασχημούλεςασχημούλικα
Γενικήασχημούληδων—ασχημούλικων
Αιτιατικήασχημούληδεςασχημούλεςασχημούλικα
Κλητικήασχημούληδεςασχημούλεςασχημούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →