Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασχημόφατσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποάσχημη φάτσα ή κάποιος που έχει άσχημη φάτσα Βικιλεξικό
    • Ο παίκτης που είχε μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο για τους οπαδούς της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και της Εθνικής Αγγλίας και αποδοκιμαζόταν ακόμα κι αν έκαναν λάθη οι συμπαίκτες του, η ασχημόφατσα που δεν ήθελε να βλέπει κανείς στην ενδεκάδα, έγινε ξανά ήρωας. (Φάνηκε στο… χειροκρότημα, ΤΑ ΝΕΑ, 26/10/2023 https://www.tanea.gr/print/2023/10/26/sports/fanike-sto-crxeirokrotima/)
    • Κάθε Αύγουστο στο Μπιλμπάο της Ισπανίας διαγωνιζόμενοι από όλο τον κόσμο προσπαθούν να κερδίσουν το βαρύτιμο τρόπαιο της πιο μεγάλης μουτσούνας / ασχημόφατσας σε έναν από τους πλέον διασκεδαστικούς διαγωνισμούς. (Τα πιο αξιοπερίεργα καλλιστεία του κόσμου, in2life.gr, 24/5/2022 https://www.in2life.gr/features/notes/article/1015058/ta-pio-axioperierga-kallisteia-toy-kosmoy.html)

Ετυμολογία

ασχημόφατσα < άσχημος + -ο- + φάτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασχημόφατσαασχημόφατσες
Γενικήασχημόφατσαςασχημοφατσών
Αιτιατικήασχημόφατσαασχημόφατσες
Κλητικήασχημόφατσαασχημόφατσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →