Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασόβαρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι σοβαρός Βικιλεξικό
    • Ασόβαρη πολιτική η υπόθεση Εθνικής - Εurobank. (...) Είναι θλιβερό ότι μια μεγάλη προσπάθεια για τη συνένωση ανακοινώθηκε, χτύπησαν οι καμπάνες και μετά μας είπαν ότι δεν προχωρεί. Αυτό συνιστά ασόβαρες πολιτικές. Δεν ξέρω πού να αναζητήσω τον φταίχτη, αλλά δεν πρέπει να γίνονται σε μια περίοδο που η κοινωνία είναι πολύ εύθικτη και έτοιμη να παρεξηγήσει τα πάντα. (Εφημερίδα Τα Νέα, 9/4/2013)

Ετυμολογία

ασόβαρος < α- + σοβαρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασόβαροςασόβαρηασόβαρο
Γενικήασόβαρουασόβαρηςασόβαρου
Αιτιατικήασόβαροασόβαρηασόβαρο
Κλητικήασόβαρεασόβαρηασόβαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασόβαροιασόβαρεςασόβαρα
Γενικήασόβαρωνασόβαρωνασόβαρων
Αιτιατικήασόβαρουςασόβαρεςασόβαρα
Κλητικήασόβαροιασόβαρεςασόβαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →