ασύζευκτος
•
- σπάνιοπου παραμένει χωρίς ζεύξη ή σύνδεση με άλλο στοιχείο, είτε ως φυσική κατάσταση είτε ως εννοιολογική ιδιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασύζευκτος < ελληνιστική κοινή ἀσύζευκτος < αρχαία ελληνική συζεύγνυμι < ζεύγνυμι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύζευκτος | ασύζευκτη | ασύζευκτο |
| Γενική | ασύζευκτου | ασύζευκτης | ασύζευκτου |
| Αιτιατική | ασύζευκτο | ασύζευκτη | ασύζευκτο |
| Κλητική | ασύζευκτε | ασύζευκτη | ασύζευκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύζευκτοι | ασύζευκτες | ασύζευκτα |
| Γενική | ασύζευκτων | ασύζευκτων | ασύζευκτων |
| Αιτιατική | ασύζευκτους | ασύζευκτες | ασύζευκτα |
| Κλητική | ασύζευκτοι | ασύζευκτες | ασύζευκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →