Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασύμφορος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι συμφέρων, αντίκειται στα συμφέροντα κάποιου, δεν είναι προς το συμφέρον του, δεν του εξασφαλίζει κέρδος ή άλλα οφέλη, δεν τον ευνοεί στον οικονομικό ή άλλους τομείς διαπραγμάτευσης, είναι απρόσφορος, ανωφελής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασύμφορος < αρχαία ελληνική ἀσύμφορος και ἀξύμφορος < α- στερητικό και συμφέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύμφοροςασύμφορηασύμφορο
Γενικήασύμφορουασύμφορηςασύμφορου
Αιτιατικήασύμφοροασύμφορηασύμφορο
Κλητικήασύμφορεασύμφορηασύμφορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύμφοροιασύμφορεςασύμφορα
Γενικήασύμφορωνασύμφορωνασύμφορων
Αιτιατικήασύμφορουςασύμφορεςασύμφορα
Κλητικήασύμφοροιασύμφορεςασύμφορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →